Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Σήμερα σας παρουσιάζω την απόφαση C-141/2004 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Απο εκεί που ξεκίνησαν όλα. Δική σας και χωρίς σχόλια.

Υπόθεση C-141/04
Μιχαήλ Πέρος
κατά
Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος
(αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 89/48/ΕΟΚ — Εργαζόμενοι — Αναγνώριση διπλωμάτων — Μηχανολόγος μηχανικός»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 14ης Ιουλίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως

Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Εργαζόμενοι — Αναγνώριση των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών — Οδηγία 89/48 — Πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή εξάσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς (άρθρο 3) — Άμεσο αποτέλεσμα χωρίς αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές — Επιβολή μέτρων αναπληρώσεως — Όρια
(Οδηγία 89/48 του Συμβουλίου, άρθρο 3, εδ. 1, στοιχ. α΄)
Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, ορίζει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν μπορεί να αρνηθεί σε υπήκοο κράτους μέλους, λόγω ελλείψεως προσόντων, την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή την άσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την άσκησή του στο έδαφός του και έχει αποκτήσει το δίπλωμα αυτό σε κράτος μέλος.
Ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ληφθέντων εντός της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία, ένας υπήκοος κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί την εν λόγω διάταξη για να λάβει, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, άδεια ασκήσεως νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος.
Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
Εξάλλου, τα μέτρα αναπληρώσεως που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/48 μπορούν να επιβληθούν στον ενδιαφερόμενο μόνο στον βαθμό που προβλέπονται από την ισχύουσα κατά τον χρόνο εξετάσεως της αιτήσεως εθνική νομοθεσία.
(βλ. σκέψεις 30, 34, 40 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 14ης Ιουλίου 2005(*)
«Οδηγία 89/48/ΕΟΚ – Εργαζόμενοι – Αναγνώριση διπλωμάτων – Μηχανολόγος μηχανικός»
Στην υπόθεση C-141/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαρτίου 2004, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Μιχαήλ Πέρος

κατά

Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric και K. Schiemann (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο Μ. Πέρος, εκπροσωπούμενος από τον Β. Γ. Χατζόπουλο, δικηγόρο,
– το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, εκπροσωπούμενο από τον Α. Κρυσταλλίδη, δικηγόρο,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Ε. Σκανδάλου,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Πατακιά και τον H. Støvlbæk,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, ελλείψει μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), μπορεί, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, να γίνει επίκληση ορισμένων διατάξεών της από κάτοχο διπλώματος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της. Επικουρικώς, με την αίτηση ζητείται η ερμηνεία των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 39 ΕΚ και 43 ΕΚ).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Μ. Πέρου και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (στο εξής: ΤΕΕ), ελληνικού οργανισμού ο οποίος τηρεί τα μητρώα μηχανικών, σχετικά με την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη αιτήσεως του Μ. Πέρου για την εγγραφή του στα μητρώα των μηχανολόγων μηχανικών. Ο αιτών υπέβαλε την αίτησή του στηριζόμενος στο ότι έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού στη Γερμανία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Από την τρίτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/48 προκύπτει ότι σκοπός της είναι η δημιουργία ενός γενικού συστήματος αναγνωρίσεως των διπλωμάτων που να διευκολύνει, για τους Ευρωπαίους πολίτες, την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων για τις οποίες απαιτείται, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, η κατοχή διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, εφόσον διαθέτουν τέτοια διπλώματα τα οποία τους προετοιμάζουν για τις δραστηριότητες αυτές, πιστοποιούν τη συμπλήρωση τριετούς τουλάχιστον κύκλου σπουδών και έχουν χορηγηθεί εντός άλλου κράτους μέλους.
4 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Όταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η εξάσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκησή του, υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α) αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα που επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την εξάσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος,
[…]»
5 Παρά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να απαιτήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες καθορίζει, από τον αιτούντα να αποδείξει ότι διαθέτει συγκεκριμένης διάρκειας επαγγελματική πείρα, να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής επί τρία έτη κατ’ ανώτατο όριο, ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας (στο εξής: μέτρα αναπληρώσεως). Το ίδιο άρθρο θέτει ορισμένους κανόνες και όρους εφαρμογής των μέτρων αναπληρώσεως που μπορούν να επιβληθούν.
6 Το άρθρο 6 της οδηγίας 89/48 απαριθμεί τα σχετικά με την εντιμότητα, το ήθος, τη μη κήρυξη σε πτώχευση καθώς και τη σωματική και ψυχική υγεία δικαιολογητικά που μπορούν να απαιτηθούν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, περιλαμβάνει δε ορισμένες διατάξεις σχετικές με τον τύπο του όρκου ή της επίσημης δηλώσεως που μπορούν να επιβληθούν στους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
7 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/48, τα κράτη μέλη ορίζουν, εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12 της οδηγίας, ήτοι πριν από τις 4 Ιανουαρίου 1991, τις αρχές που είναι αρμόδιες να δέχονται τις αιτήσεις καθώς και να λαμβάνουν τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται η ίδια οδηγία, ενημερώνουν δε σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η εθνική νομοθεσία
8 Στην Ελλάδα, το επάγγελμα του μηχανικού είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο και μπορεί να ασκείται μόνον από τα μέλη του ΤΕΕ. Το ΤΕΕ ιδρύθηκε με το προεδρικό διάταγμα της 27ης Νοεμβρίου/14ης Δεκεμβρίου 1926, περί κωδικοποιήσεως των περί συστάσεως Τεχνικού Επιμελητηρίου κειμένων διατάξεων (ΦΕΚ A΄ 430), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1486/1984 (ΦΕΚ A΄ 161) και το προεδρικό διάταγμα 512/1991 της 30ής Νοεμβρίου/12ης Δεκεμβρίου 1991(ΦΕΚ A΄ 190, στο εξής: διάταγμα περί ΤΕΕ).
9 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του διατάγματος περί ΤΕΕ, ως μέλη του ΤΕΕ εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι υπήκοοι των κρατών μελών «διπλωματούχοι του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, των πολυτεχνικών σχολών της χώρας και των ισοτίμων σχολών του εξωτερικού μετά τη λήψη της άδειας άσκησης του επαγγέλματος». Οι επαγγελματίες αυτοί κατατάσσονται σε εννέα ειδικότητες απαριθμούμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 5, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, υπό στοιχείο γ΄, η ειδικότητα του μηχανολόγου μηχανικού.
10 Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του ιδίου διατάγματος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το ΤΕΕ διενεργεί τις εξετάσεις, χορηγεί τις άδειες ασκήσεως του επαγγέλματος του μηχανικού σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τηρεί τα μητρώα των μηχανικών.
11 Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του νόμου 1225/1981 της 30ής/31ης Δεκεμβρίου 1981 (ΦΕΚ A΄ 340), το ΤΕΕ είχε «αρμοδιότητα για τη χορήγηση της άδειας άσκησης του επαγγέλματος στην Ελλάδα στους διπλωματούχους μηχανικούς ισότιμων ανώτατων σχολών του εξωτερικού».
12 Βάσει του νόμου 1225/1981, με την κοινή απόφαση ΕΔ 5/4/339 της 14ης Σεπτεμβρίου 1984 (ΦΕΚ B΄ 713) του Υπουργού Δημοσίων Έργων και του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίστηκε η διαδικασία χορηγήσεως, από το ΤΕΕ, της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του μηχανικού.
13 Η κοινή αυτή υπουργική απόφαση προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι «η άδεια άσκησης επαγγέλματος στους διπλωματούχους μηχανικούς των ανωτάτων σχολών του εσωτερικού, καθώς και στους διπλωματούχους μηχανικούς ισοτίμων ανωτάτων σχολών του εξωτερικού, χορηγείται από το ΤΕΕ ύστερα από προφορικές εξετάσεις».
14 Η παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της ιδίας αποφάσεως ορίζει ότι, προκειμένου να συμμετάσχουν στις εξετάσεις αυτές, οι κάτοχοι διπλωμάτων του εξωτερικού οφείλουν, μεταξύ άλλων, να υποβάλουν στο ΤΕΕ «βεβαίωση ισοτιμίας του προσκομιζομένου διπλώματος», χορηγούμενη από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (στο εξής: ΔΙΚΑΤΣΑ), το οποίο συστάθηκε με τον νόμο 741/1977 της 12ης/14ης Οκτωβρίου 1977 (ΦΕΚ A΄ 314), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον νόμο 1566/1985 της 30ής Σεπτεμβρίου 1985 (ΦΕΚ A΄ 167, στο εξής: νόμος περί ΔΙΚΑΤΣΑ).
15 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου περί ΔΙΚΑΤΣΑ, το ΔΙΚΑΤΣΑ έχει αρμοδιότητα να αναγνωρίζει ανώτατες σχολές της αλλοδαπής ως ομοταγείς προς τις ελληνικές ανώτατες σχολές και την ισοτιμία των χορηγουμένων από τις πρώτες διπλωμάτων έναντι των διπλωμάτων που χορηγούνται από τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Είναι, επίσης, αρμόδιο να αναγνωρίζει τους τίτλους σπουδών που χορηγούνται από ομοταγείς ανώτατες σχολές της αλλοδαπής ως ισότιμους προς τίτλους σπουδών των ελληνικών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει στην Ελλάδα αντίστοιχη ειδικότητα.
16 Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 8, του νόμου περί ΔΙΚΑΤΣΑ προβλέπει ότι, με πράξη του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ΔΙΚΑΤΣΑ, «παραπέμπονται για συμπληρωματική εξέταση σε συγκεκριμένα μαθήματα στην οικεία ανώτατη σχολή ή τμήμα εκείνοι από τους πτυχιούχους ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής που το πτυχίο τους δεν αντιπροσωπεύει το ίδιο περιεχόμενο γνώσεων προς το πτυχίο που χορηγεί στην Ελλάδα η αντίστοιχη ή συγγενέστερη σχολή ή τμήμα». Δυνάμει της ιδίας διατάξεως, «αν δεν είναι δυνατή η αναγνώριση της ισοτιμίας πτυχίου, ο ενδιαφερόμενος κατατάσσεται στην οικεία σχολή ή τμήμα που προσδιορίζεται επακριβώς από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου» προκειμένου να συμπληρώσει εκεί την εκπαίδευσή του.
17 Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ΔΙΚΑΤΣΑ, εξετάζοντας την ισοτιμία αλλοδαπού διπλώματος έναντι του αντιστοίχου διπλώματος ελληνικού ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος, οφείλει να εκτιμήσει τα χαρακτηριστικά του αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος που χορηγεί τον επίμαχο τίτλο, το είδος των σπουδών και το περιεχόμενο των παρεχομένων γνώσεων. Κατά την εξέταση αυτή από το ΔΙΚΑΤΣΑ, δεν λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσον ο συγκεκριμένος τίτλος συνιστά το αναγκαίο τυπικό προσόν για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος. Με άλλες λέξεις, το ΔΙΚΑΤΣΑ είναι, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, αρμόδιο να κρίνει μόνον την ακαδημαϊκή και όχι την επαγγελματική ισοτιμία του αλλοδαπού τίτλου σπουδών τον οποίο εξετάζει.
18 Κατά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, η οδηγία 89/48 δεν είχε μεταφερθεί στην ελληνική έννομη τάξη (βλ., συναφώς, απόφαση της 23ης Μαρτίου 1995, C‑365/93, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1995, σ. I‑499). Σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν την αφορμή της διαφοράς της κύριας δίκης, για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην ελληνική έννομη τάξη εκδόθηκε το προεδρικό διάταγμα 165/2000 της 28ης Ιουνίου 2000 (ΦΕΚ A΄ 149), το οποίο τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το προεδρικό διάταγμα 373/2001 της 22ας Οκτωβρίου 2001 (ΦΕΚ A΄ 251).
19 Με το άρθρο 10 του διατάγματος αυτού, η αποκλειστική αρμοδιότητα αποφάνσεως επί των αιτήσεων αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/48 απονεμήθηκε σε ένα ad hoc συσταθέν κρατικό όργανο, το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (στο εξής: ΣΑΕΙΤΤΕ). Το όργανο αυτό είναι, συνεπώς, το μόνο αρμόδιο να αναγνωρίζει στον αιτούντα το δικαίωμα ασκήσεως στην Ελλάδα του αντιστοίχου νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, ορίστηκε δε, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/48, ως η αρχή που είναι αρμόδια να δέχεται τις αιτήσεις και να λαμβάνει τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία 89/48.
20 Το άρθρο 11, παράγραφος 6, του ιδίου διατάγματος προβλέπει, εξάλλου, ότι, όταν μια διάταξη της εθνικής νομοθεσίας προβλέπει, για ορισμένο επάγγελμα, την τήρηση μητρώου των δικαιουμένων να το ασκούν, η απόφαση του ΣΑΕΙΤΤΕ υποχρεώνει την επαγγελματική οργάνωση ή τη διοικητική αρχή που ελέγχει το μητρώο να προβούν στην εγγραφή του αιτούντος στο μητρώο.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Ο Μ. Πέρος, Έλληνας υπήκοος, είναι κάτοχος διπλώματος που του χορηγήθηκε το 1980 από τη Fachhochschule Wiesbaden (Γερμανία). Το δίπλωμα αυτό του παρέχει πρόσβαση στο επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού στη Γερμανία (Diplom Ingenieur im Fachbereich Maschinenbau).
22 Επιθυμώντας να ασκήσει το επάγγελμα αυτό στην Ελλάδα, ο Μ. Πέρος υπέβαλε στο ΔΙΚΑΤΣΑ αίτηση βεβαιώσεως της ισοτιμίας του διπλώματός του. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε στις 28 Μαΐου 1993 με την απόφαση 296 του ΔΙΚΑΤΣΑ, με την αιτιολογία ότι το εκπαιδευτικό ίδρυμα που είχε χορηγήσει τον αλλοδαπό τίτλο δεν ήταν ομοταγές προς τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
23 Στις 21 Φεβρουαρίου 1995, ο Μ. Πέρος υπέβαλε αίτηση στο ΤΕΕ προκειμένου να εγγραφεί στα μητρώα του ώστε να μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού στην Ελλάδα και να τύχει των λοιπών ευεργετημάτων που συνδέονται με την εγγραφή αυτή. Η αίτηση αυτή, η οποία συμπληρώθηκε με μεταγενέστερη σχετική αίτηση κατατεθείσα στις 21 Μαρτίου 1995, απορρίφθηκε με την απόφαση 6372 του ΤΕΕ, της 4ης Μαΐου 1995, με την ακόλουθη αιτιολογία:
«Η εγγραφή στο ΤΕΕ γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται [στο διάταγμα περί ΤΕΕ]. Για τους αποφοίτους του εξωτερικού, βασική προϋπόθεση είναι να έχουν κάνει σπουδές πολυτεχνικού κύκλου και ο τίτλος σπουδών τους να είναι ισότιμος με τους χορηγούμενους από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και τις πολυτεχνικές σχολές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Η ισοτιμία των τίτλων σπουδών του εξωτερικού χορηγείται από το [ΔΙΚΑΤΣΑ]. Σύμφωνα με τα παραπάνω δεν μπορείτε να γίνετε μέλος του ΤΕΕ και ο τίτλος σπουδών που κατέχετε (Fachhochschule) δεν συνιστά δικαίωμα για εγγραφή σας στο ΤΕΕ».
24 Ο Μ. Πέρος προσέφυγε κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την απόφαση 249/1998, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι το ασκηθέν ένδικο βοήθημα αποτελούσε αίτηση ακυρώσεως υπαγόμενη, ως εκ τούτου, στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο και παρέπεμψε την υπόθεση.
25 Εν τω μεταξύ, κατόπιν της μεταφοράς της οδηγίας 89/48 στην ελληνική έννομη τάξη, το ΣΑΕΙΤΤΕ, με την απόφαση 4 της 5ης Δεκεμβρίου 2000, δέχθηκε την αίτηση του Μ. Πέρου περί αναγνωρίσεως του διπλώματός του και του αναγνώρισε το δικαίωμα να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού χωρίς να του επιβάλει να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή να τον υποβάλει σε προηγούμενη δοκιμασία επάρκειας. Στη συνέχεια, ο Μ. Πέρος ενεγράφη στα μητρώα του ΤΕΕ.
26 Στη διαφορά της κύριας δίκης, σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα στο Συμβούλιο της Επικρατείας άποψη, η απορριπτική απόφαση του ΤΕΕ της 4ης Μαΐου 1995 δεν ήταν νομίμως αιτιολογημένη. Κατά την πλειοψηφήσασα αυτή άποψη, το ΤΕΕ όφειλε να κρίνει επί της αιτήσεως του Μ. Πέρου εξετάζοντας κατά πόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις των ανεπιφύλακτων και επαρκώς σαφών διατάξεων των άρθρων 3, 4, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, και παράγραφος 2, και 6, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας 89/48. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνταν, το ΤΕΕ έπρεπε να αναγνωρίσει στον αιτούντα της κύριας δίκης το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος του μηχανολόγου μηχανικού στην Ελλάδα, χορηγώντας του τη σχετική άδεια και εγγράφοντάς τον στο μητρώο του. Εάν όχι, όφειλε να απορρίψει την αίτηση με αιτιολογημένη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, υπό το φως των διατάξεων της οδηγίας 89/48, το ΤΕΕ δεν μπορούσε να απαιτήσει βεβαίωση, χορηγηθείσα από το ΔΙΚΑΤΣΑ, της ισοτιμίας του διπλώματος του αιτούντος.
27 Ωστόσο, σύμφωνα με τη μειοφηψήσασα στο Συμβούλιο της Επικρατείας άποψη, η απόρριψη της αιτήσεως εγγραφής στο μητρώο δικαιολογούνταν λόγω του ότι, αφενός, ένας ιδιώτης δεν μπορούσε να επικαλεστεί ενώπιον του ΤΕΕ τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 89/48 κατά τον χρόνο καταθέσεως της επίδικης αιτήσεως και, αφετέρου, δεν είχε ακόμα οριστεί η αρμόδια για την εξέταση των αιτήσεων αρχή σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
28 Το Συμβούλιο της Επικρατείας διερωτάται, εξάλλου, μήπως, στον βαθμό που οι διατάξεις της οδηγίας 89/48 δεν ήταν δεκτικές επικλήσεως ενώπιον του ΤΕΕ, το τελευταίο είχε, εντούτοις, την υποχρέωση, δυνάμει των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης, να εξετάσει αν ο τίτλος που είχε αποκτήσει ο αιτών στη Γερμανία ήταν ισότιμος των ελληνικών διπλωμάτων.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 4 παράγραφοι 1, εδάφια α΄ και β΄, και 2, και 6, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας 89/48 […], όπως αρχικώς ίσχυαν, ανεπιφύλακτες και επαρκώς σαφείς, ώστε, κατά το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολάβησε μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας αυτής και της καθυστερημένης μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους (κράτους μέλους υποδοχής), να είναι δεκτικές επικλήσεως ενώπιον διοικητικού οργάνου του τελευταίου τούτου κράτους μέλους, στο οποίο η εθνική νομοθεσία, όπως ίσχυε προ της μεταφοράς της οδηγίας, ανέθετε την αρμοδιότητα χορηγήσεως της αδείας ασκήσεως ορισμένου, νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, από ιδιώτη ο οποίος, επικαλούμενος ότι είναι κάτοχος διπλώματος, κτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος και εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων της οδηγίας, ζητεί να του επιτραπεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η πρόσβαση στο συγκεκριμένο επάγγελμα και η περαιτέρω άσκησή του στο κράτος μέλος υποδοχής;
2) Υπό την εκδοχή ότι κατά το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολάβησε μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ και της καθυστερημένης μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους (κράτους μέλους υποδοχής), οι διατάξεις της οδηγίας δεν ήσαν δεκτικές επικλήσεως, από ιδιώτη, ενώπιον διοικητικού οργάνου του τελευταίου τούτου κράτους μέλους, στο οποίο η εθνική νομοθεσία, όπως ίσχυε προ της μεταφοράς της οδηγίας, ανέθετε την αρμοδιότητα χορηγήσεως της αδείας ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος κατόπιν εξετάσεων, οι συμμετέχοντες στις οποίες έπρεπε να είναι κάτοχοι διπλώματος, χορηγουμένου από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα του κράτους μέλους υποδοχής ή αλλοδαπού διπλώματος, αναγνωρισθέντος ως ισοτίμου προς τους τίτλους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του κράτους τούτου (κατόπιν τηρήσεως σχετικής, γενικής εφαρμογής, διαδικασίας αναγνωρίσεως της ακαδημαϊκής ισοτιμίας αλλοδαπών τίτλων, διακρινόμενης από χαρακτηριστικά, όπως εκείνα που εκτίθενται στο αιτιολογικό της παρούσης), μπορούσε το ανωτέρω όργανο, λαμβανομένων υπόψη των [άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης] […], να εξαρτήσει την αποδοχή αιτήματος ιδιώτη, ο οποίος, επικαλούμενος τίτλο, κτηθέντα σε άλλο κράτος μέλος, ζήτησε, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, να του επιτραπεί η πρόσβαση στο ως άνω επάγγελμα και η άσκησή του στο κράτος μέλος υποδοχής, από προηγούμενη αναγνώριση, κατά την ως άνω γενική διαδικασία, της ακαδημαϊκής ισοτιμίας του τίτλου που κατέχει προς τους τίτλους που χορηγούν τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του κράτους τούτου και από επιτυχή, εν συνεχεία, συμμετοχή στις προβλεπόμενες στην εθνική νομοθεσία εξετάσεις ή όφειλε να προχωρήσει το ίδιο σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιεί ο προσκομιζόμενος τίτλος προς τις γνώσεις και τα προσόντα που απαιτεί η εθνική νομοθεσία και, αναλόγως των αποτελεσμάτων της εξετάσεως αυτής, να απαλλάξει τον ενδιαφερόμενο, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση συμμετοχής στις εξετάσεις;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
30 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48 ορίζει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν μπορεί να αρνηθεί σε υπήκοο κράτους μέλους, λόγω ελλείψεως προσόντων, την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή την άσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την άσκησή του στο έδαφός του και έχει αποκτήσει το δίπλωμα αυτό σε κράτος μέλος.
31 Ο Μ. Πέρος είναι κάτοχος διπλώματος το οποίο έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το δίπλωμα αυτό του παρέχει τη δυνατότητα να ασκεί το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού στο κράτος μέλος αυτό και, επομένως, η περίπτωσή του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, το οποίο έχει εφαρμογή μόνον αν το εν λόγω επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο εντός του κράτους μέλους καταγωγής.
32 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48 αποτελεί διάταξη της οποίας το περιεχόμενο είναι ανεπιφύλακτο και επαρκώς σαφές, οπότε οι ιδιώτες δικαιούνται να την επικαλεστούν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου έναντι του κράτους αν αυτό έχει παραλείψει να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη (απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-102/02, Beuttenmüller, Συλλογή 2004, σ. Ι-5405, σκέψη 55).
33 Όσον αφορά τη δυνατότητα εξαρτήσεως της προσβάσεως σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα από την προϋπόθεση να έχει προηγουμένως ανταποκριθεί ο αιτών σε κάποιο από τα μέτρα αναπληρώσεως που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 89/48, δεν αμφισβητείται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το ΣΑΕΙΤΤΕ δεν επέβαλε στον Μ. Πέρο κανένα μέτρο αναπληρώσεως όταν εξέτασε την κατάστασή του το 2000. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν συνάγεται ότι τα προσόντα που είχε ο Μ. Πέρος κατά τον χρόνο καταθέσεως της αρχικής του αιτήσεως ήταν διαφορετικά από εκείνα που εξετάστηκαν το 2000, ώστε να επηρεάσουν την απόφαση να του επιτραπεί να ασκήσει το επάγγελμά του στην Ελλάδα χωρίς να υποβληθεί σε μέτρα αναπληρώσεως.
34 Εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί, σε περίπτωση μη μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, να επιβάλει μέτρα αναπληρώσεως, όπως αυτά που μνημονεύονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/48, μόνο στον βαθμό που τα μέτρα αυτά προβλέπονται από την ισχύουσα κατά τον χρόνο εξετάσεως της αιτήσεως εθνική νομοθεσία (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψη 21, και της 14ης Ιουλίου 2005, C-142/04, Ασλανίδου, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 35 έως 37).
35 Το Δικαστήριο έχει κρίνει, εξάλλου, ότι, όταν μία από τις οδηγίες 89/48 και 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48 (EE L 209, σ. 25), έχει εφαρμογή, ένας δημόσιος οργανισμός κράτους μέλους, που υποχρεούται να τηρεί τους κανόνες της συγκεκριμένης οδηγίας, δεν μπορεί πλέον να απαιτεί την αναγνώριση των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές (απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C‑234/97, Fernández de Bobadilla, Συλλογή 1999, σ. I-4773, σκέψη 27).
36 Το άρθρο 6 της οδηγίας 89/48 απλώς απαριθμεί τα σχετικά με την εντιμότητα, το ήθος, τη μη κήρυξη σε πτώχευση καθώς και τη σωματική και ψυχική υγεία δικαιολογητικά που μπορούν να απαιτηθούν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, περιλαμβάνει δε ορισμένες διατάξεις σχετικές με τον τύπο του όρκου ή της επίσημης δηλώσεως που μπορούν να επιβληθούν στους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Δεδομένου ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν απαίτησε κανένα από τα εν λόγω δικαιολογητικά ή δηλώσεις, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία αυτής της διατάξεως, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να επηρεάσει τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής.
37 Ούτε η υποχρέωση των κρατών μελών να ορίσουν, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/48, τις αρχές που είναι αρμόδιες να δέχονται τις αιτήσεις και να λαμβάνουν τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία αυτή μπορεί να αναιρέσει τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της ίδιας αυτής οδηγίας. Πράγματι, από την ανάγνωση του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 1, υπό το φως των λοιπών παραγράφων του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος αναγνωρίσεως των διπλωμάτων το οποίο θεσπίζει η οδηγία 89/48, καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων η οποία εφαρμόζεται εντός ενός κράτους μέλους. Αντιθέτως, δεν είναι απαραίτητο να έχουν οριστεί οι αρμόδιες αρχές δυνάμει του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 1, για να μπορούν να προσδιοριστούν οι αρμόδιες αρχές στις οποίες αναφέρεται το εν λόγω άρθρο 3, και οι οποίες είναι οι αρχές που ελέγχουν την πρόσβαση στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα.
38 Από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντιτάξει σε ιδιώτη ότι δεν έχει θεσπίσει τις διατάξεις που έχουν ακριβώς ως σκοπό τη διευκόλυνση της εφαρμογής του καθεστώτος το οποίο εγκαθιδρύει η επίδικη οδηγία (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, C-141/00, Kügler, Συλλογή 2002, σ. I-6833, σκέψη 52, και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-45/01, Dornier, Συλλογή 2003, σ. I-12911, σκέψη 79). Συνεπώς, η παράλειψη του καθορισμού της αρμόδιας αρχής δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/48 δεν εμποδίζει την επίκληση του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής έναντι της αρχής η οποία είναι στην πράξη αρμόδια να ρυθμίζει τα της προσβάσεως σε συγκεκριμένο επάγγελμα δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας.
39 Στη διαφορά της κύριας δίκης, εφόσον μόνον τα μέλη του ΤΕΕ έχουν πρόσβαση στο επάγγελμα του μηχανικού, το ΤΕΕ αποτελεί αρμόδια αρχή υπό την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48. Ως εκ τούτου, το ΤΕΕ δεν μπορεί να αρνηθεί σε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση του Μ. Πέρου την πρόσβαση στο επάγγελμα του μηχανικού επικαλούμενο έλλειψη προσόντων.
40 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι, ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 89/48 στο εσωτερικό δίκαιο, ληφθέντων εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 12 της οδηγίας, ένας υπήκοος κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής για να λάβει, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, άδεια ασκήσεως νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος όπως το επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού. Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
41 Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, όπως αυτή ίσχυε έως τις 31 Ιουλίου 2001, στο εσωτερικό δίκαιο, ληφθέντων εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 12 της οδηγίας, ένας υπήκοος κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής για να λάβει, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, άδεια ασκήσεως νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος όπως το επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού.
Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.